Disclaimer: Το κείμενο που ακολουθεί δεν έχει καμία απολύτως σχέση με εκλογές, κόμματα, σκάνδαλα και κρυφές δημοσκοπήσεις. Είτε ακόμα δεν έχετε αποφασίσει τι θα ψηφίσετε ή έχετε αποφασίσει αλλά δε νιώθετε και τόσο τρελά περήφανος/η ώστε να το διατυμπανίζετε, αυτό εδώ το post δεν μπορεί (ούτε θέλει) να σας βοηθήσει.

Adagio: Stop Spreading the news
Κανονικά, ο ορίτζιναλ τίτλος του κειμένου που θα ανακοίνωνε ότι επιτέλους φεύγω από αυτή τη χώρα θα ήταν “start spreading the news” και θα παρέπεμπε στο τραγούδι που κάποτε έκανε διάσημο ο Φρανκ Σινάτρα. Ένα τραγούδι για μια πόλη που ποτέ δεν κοιμάται…
Νέα Υόρκη μάγκες. Το μεγάλο μήλο. Αυτός ήταν ο αρχικός προορισμός, όσο περίεργο κι αν σας φαίνεται. Όμως ο διάολος έσπασε το ποδάρι του, το χέρι του και μερικά παΐδια (ευτυχώς όμως αποδείχτηκε ότι φορούσε κράνος…) Και δεν έκατσε που λέτε η φάση, κι αντί να βρίσκομαι ήδη στην Ομπάμαλαντ, έμεινα μετέωρος κι εγκλωβισμένος στη Μάπαλαντ, να θέλω να γράψω ποστ με τίτλο “stop spreading the news” και ατάκες του τύπου “στοπ ρε πούστη μου, θα φάω άλλο ένα χρόνο στην Ελλάδα και δεν αντέχω άλλο, στοπ να κατέβω γιατί θα σαλτάρω γαμώ την αδικία μου”.
Κρατούσα όμως μέσα μου λίγη πίστη, ότι δε γίνεται, μια προσωρινή αναποδιά είναι και να δεις που μέχρι το Νοέμβριο θα έχει κλειδώσει η δουλειά και θα μπορέσω να πάω. Να πάμε για την ακρίβεια, αφού στο κάτω-κάτω η δουλειά που έπρεπε να κλειδώσει δεν ήταν δική μου. Εγώ ήμουν ακόμα στο ψάξιμο (πιο πολύ στο ξύσιμο δηλαδή, αλλά μια ματιά να δω τι παίζει την έριχνα πού και πού στο Google Earth). Και με είχε πάρει από κάτω που λέτε, κι εκνευριζόμουν με το παραμικρό γιατί δεν είχα το κουράγιο να κάθομαι να περιμένω ένα θαύμα βράζοντας στο ζουμί μου.
“Μα καλά ρε φίλε” θα αναρωτηθεί κάποιος. “Εσύ που μας το παίζεις αριστερά και πρόοδος θα σηκωνόσουν να πας στο άντρο του παγκόσμιου καπιταλισμού; Στην καρδιά του τέρατος; Μας δουλεύεις;” Καθόλου, γιατί πέρα από τα όποια πολιτικά κολλήματα τρώω, θέλω να βρίσκομαι σε έναν τόπο όπου γίνονται πράγματα και δίνονται ευκαιρίες, θέλω να είμαι εκεί που ο κόσμος κινείται και αλλάζει, θέλω να δω, να γευτώ και να μυρίσω μιαν άλλη ζωή. Μπούχτισα στη μιζέρια και τη γκρίνια εδώ πέρα. Βαρέθηκα να κάνω το μαλάκα, να διοχετεύω την ενέργεια μου σε άκυρες φαντασιώσεις και να τρώω καθημερινά όλο αυτό το σκατό στη μάπα. Να πρέπει να γλείψω, να τσακωθώ, να λαδώσω και να μαχαιρώσω πισώπλατα για να κάνω τη δουλειά μου με άθλιες προϋποθέσεις και εξευτελιστικές αμοιβές. Και όχι, δε με νοιάζει αν θα βγει ο Γιωργάκης και θα κάνει αυτό το μπουρδέλο Σουηδία, δε με νοιάζει αν θα βγει ο Καρατζαφέρης και θα το κάνει Ουζμπεκιστάν, δε με νοιάζει αν θα βγει η Αλέκα και θα το κάνει Βόρεια Κορέα, δε με νοιάζει αν όσο καιρό θα λείπω θα γίνει η επανάσταση κι εγώ θα τη χάσω γιατί θα είμαι μακριά και θα τρέχω να παραδώσω εγκαίρως κάποιο project.
Εδώ και πολύ καιρό ήμουν (και παραμένω) αποφασισμένος ότι θέλω να φύγω. Με κάθε κόστος και παίρνοντας κάθε ρίσκο, για τουλάχιστον τρία χρόνια. Αρκεί να μου δινόταν η δυνατότητα να φτιάξω τη ζωή μου κάπου αλλού. Οπότε η Αμερική (και ιδίως η Νέα Υόρκη, που όσο να ‘ναι είναι κομματάκι πιο κοσμοπολίτικη από τη Νεμπράσκα) φαινόταν μια καλή επιλογή. Αρκετά μακριά για να μη μπαίνεις στον πειρασμό να γυρίσεις μόλις δεις τα σκούρα και αρκετά μεγάλη ώστε να μην έχεις ιδέα τι σε περιμένει μόλις φτάσεις.
“If I can make it there, I’m gonna make it anywhere” έλεγε ο γερο-Φρανκ, φορώντας ένα περουκίνι κι ένα κουστούμι με αστραφτερές πούλιες. Αμερικάνικο όνειρο όμως μπορεί να σημαίνει και άλλα πράγματα. Τα οποία στην περίπτωση μου μεταφράζονται σε μία δημιουργική και οικονομική ώθηση, στην οικοδόμηση μιας καριέρας που νιώθω να έχω στερηθεί, σε ένα ξεκόλλημα. Θα πήγαινα σε ένα μέρος όπου υπάρχουν τα πάντα όλα για να κάνεις (ή να μην κάνεις). Και δεν θα είχα απολύτως καμία δικαιολογία αν δεν τα κατάφερνα και κατέληγα να γυρίσω πίσω σαν βρεγμένη γάτα…
Δυστυχώς, τζάμπα το συζητάμε γιατί πήραμε τα παπάρια μας. Πάπαλα η Νέα Υόρκη. Το πολύ-πολύ να πάμε να τη δούμε τα Χριστούγεννα για να ξεκαυλώσουμε…
Allegro: Πίκι-πίκι-ραμ
Αρκετοί θα προσέξατε ότι έχω αλλάξει την εικόνα της επικεφαλίδας του blog, καθώς και το σλόγκαν. Δε λέει πια “Ένας έλικας ανακατεύει τον καυτό αέρα”, αλλά λέει “υγρό αέρα”. Κι εκεί που υπήρχε ένα κόκκινο πράγμα που έμοιαζε με ανοιγμένα φτερά (στο αφηρημένο τους), εμφανίζεται μία λεπτομέρεια από πίνακα του Βαν Γκογκ. Μπλε και με κάτι διπλές σπείρες μούρλια. Τι παίχτηκε;
Για πισινή, είχαμε δηλώσει σαν δεύτερη επιλογή την Ολλανδία, έχοντας κυρίως στο μυαλό το Άμστερνταμ. Ξέραμε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να πάμε, αφού η Νέα Υόρκη έμοιαζε σίγουρη και στην Ολλανδία πολύ σπάνια ανοίγουν θέσεις. Έλα όμως που έκατσε το απροσδόκητο τελικά… Και θα την κάνουμε για κανάλια γλυκιά μου, για τουλίπες, ποδηλατόδρομους και ευτυχισμένες αγελάδες σαν αυτές που βλέπεις στα διαφημιστικά. Θα οργώσουμε όλη την Ευρώπη με τα λεφτά που κοστίζει ένα αεροπορικό εισιτήριο μέχρι τη Μύκονο, και θα χωθούμε στη δίνη μίας μεγάλης και διεθνούς αγοράς – όπου η διαίσθηση και η εμπειρία μου λένε ότι αν κάνεις καλά αυτό που κάνεις δεν θα μείνεις για πολύ καιρό στην απέξω. Ελπίζω δηλαδή, αλλιώς την έχω βάψει…
Έχω περάσει από το Άμστερνταμ μόνο σαν τουρίστας βέβαια, κι αυτό πριν από πάρα πολλά χρόνια. Σίγουρα έχει αλλάξει από τότε, και ακόμα πιο σίγουρα ισχύει το απόφθεγμα “άλλο τουρίστας κι άλλο μετανάστης”. Δεν θα είναι ρόδινα τα πράγματα, ιδίως τον πρώτο καιρό. Οι προϋποθέσεις είναι καλές πάντως, από κάθε άποψη. Ποιότητα ζωής, κοινωνική πρόνοια, οργάνωση, αξιοκρατία, καλές αμοιβές και (με εξαίρεση τα ενοίκια) φτηνότερο κόστος ζωής από εδώ. Στον δε επαγγελματικό μου τομέα είναι ένα από τα κέντρα του κόσμου, μια πόλη που σφύζει από πολιτιστική ζωή και πρωτοπορία. Άσε που δεν είναι απαραίτητο να μάθω ολλανδικά, αφού όλοι μιλάνε άπταιστα αγγλικά…. Και είναι και δίπλα (συγκριτικά με τη Νέα Υόρκη τουλάχιστον).
Presto: Και τώρα τρέχουμε
Όπως καταλαβαίνετε, μετά από αυτή την εξέλιξη δεν με παίρνει να χάνω τον χρόνο μου. Σε τρεις-τέσσερις βδομάδες φεύγουμε, και οι εκκρεμότητες είναι πολλές και πιεστικές. Δεν πρόκειται να εγκαταλείψω το blog, ούτε καν να σταματήσω εντελώς να γράφω, αλλά για τους επόμενους μήνες προβλέπω ότι δεν θα έχω την πολυτέλεια να ξημεροβραδιάζομαι μπροστά σε μια οθόνη. Από μία άποψη, καλό θα μου κάνει…
Υ.Γ.1: Θα σας αποχαιρετήσω όταν έρθει η ώρα να φύγουμε, μη βιάζεστε λοιπόν να με καταραστείτε που σας εγκαταλείπω σ’ αυτό το χάος.
Υ.Γ.2: Βασικά, θα πάω κι εγώ για τα coffee-shops, όπως όλοι. Απλά έπρεπε να βρω μια πιο πειστική δικαιολογία.